Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
imprecisely
01
ανακριβώς, με ανακριβή τρόπο
in a manner that lacks accuracy or exactness
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The instructions were written imprecisely, causing confusion among the users.
Οι οδηγίες γράφτηκαν ανακριβώς, προκαλώντας σύγχυση στους χρήστες.
Λεξικό Δέντρο
imprecisely
precisely
precise



























