impoverished
im
ɪm
im
po
ˈpɒ
po
ve
rished
rɪʃt
risht

Ορισμός και σημασία του "impoverished"στα αγγλικά

impoverished
01

φτωχός, έκπτωτος

(of people and areas) experiencing extreme poverty 
impoverished definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most impoverished
συγκριτικός βαθμός
more impoverished
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The prolonged drought left the once-thriving agricultural community impoverished, with failing crops and diminishing incomes. 

Η παρατεταμένη ξηρασία άφησε την κάποτε ακμάζουσα αγροτική κοινότητα φτωχοποιημένη, με αποτυχημένες σοδειές και μειούμενα εισοδήματα.

02

φτωχός, μειωμένος

having a limited number of species or individuals within a particular ecosystem or population 
Παραδείγματα
Pollution in the river resulted in an impoverished aquatic ecosystem, causing a decline in the number and variety of fish and other aquatic organisms. 

Η ρύπανση στο ποτάμι είχε ως αποτέλεσμα ένα φτωχό υδάτινο οικοσύστημα, προκαλώντας μείωση του αριθμού και της ποικιλίας των ψαριών και άλλων υδάτινων οργανισμών.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store