Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
impotently
01
ανίσχυρα, χωρίς να μπορεί να κάνει κάτι
in a way that shows a lack of power or ability to change or influence a situation
Παραδείγματα
They sighed impotently when their efforts failed.
Ανέσαναν αδύναμα όταν οι προσπάθειές τους απέτυχαν.
Λεξικό Δέντρο
impotently
potently
potent
potence



























