Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
impolitic
01
ασύνετος, απερίσκεπτος
having or showing poor judgment in action or speech
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most impolitic
συγκριτικός βαθμός
more impolitic
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
It was impolitic to make a joke about the situation, as it was a sensitive subject.
Ήταν ασύνετο να κάνεις ένα αστείο για την κατάσταση, καθώς ήταν ένα ευαίσθητο θέμα.
Λεξικό Δέντρο
impolitic
politic
polit



























