impolite
im
ˌɪm
ιμ
po
πα
lite
ˈlaɪt
λαιτ
/ˌɪmpəˈlaɪt/

Ορισμός και σημασία του "impolite"στα αγγλικά

01

αγενής, αναιδής

having bad manners or behavior
impolite definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most impolite
συγκριτικός βαθμός
more impolite
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The teenager was impolite and did not listen to his parents.
Ο έφηβος ήταν αγενής και δεν άκουγε τους γονείς του.

Λεξικό Δέντρο

impolite
polite
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store