impolite
im
ˌɪm
im
po
lite
ˈlaɪt
lait
outfightaffrightoverbitecontrite

Ορισμός και σημασία του "impolite"στα αγγλικά

01

αγενής, αναιδής

having bad manners or behavior 
impolite definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most impolite
συγκριτικός βαθμός
more impolite
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He was impolite and didn't thank the waiter for his service. 

Ήταν αγενής και δεν ευχαρίστησε τον σερβιτόρο για την υπηρεσία του.

Λεξικό Δέντρο

impolite
polite
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store