implosion
im
ɪm
ιμ
plo
ˈpləʊ
πλεου
sion
ʒən
ζαν
impulsion

Ορισμός και σημασία του "implosion"στα αγγλικά

01

εσωκλείουσα, αρχική φάση αποκλεισμού ενός κλειστού συμφώνου

the initial occluded phase of a stop consonant 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
02

εμπλοκή, ξαφνική κατάρρευση προς τα μέσα

a sudden inward collapse 
03

εσωτερίωση, αιφνίδια αποτυχία

a complete failure that happens all of a sudden 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

implosion
plosion
plos
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store