Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Implosion
01
εσωκλείουσα, αρχική φάση αποκλεισμού ενός κλειστού συμφώνου
the initial occluded phase of a stop consonant
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
02
εμπλοκή, ξαφνική κατάρρευση προς τα μέσα
a sudden inward collapse
03
εσωτερίωση, αιφνίδια αποτυχία
a complete failure that happens all of a sudden
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
implosion
plosion
plos



























