Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
impetuous
01
παρορμητικός, απερίσκεπτος
done swiftly and without careful thought, driven by sudden and strong emotions or impulses
Παραδείγματα
The impetuous teenager decided to skip school for a road trip, facing consequences from both parents and teachers.
Ο παρορμητικός έφηβος αποφάσισε να κάνει σκασιαρχείο για ένα ταξίδι, αντιμετωπίζοντας συνέπειες και από τους γονείς και από τους δασκάλους.
02
ορμητικός, βίαιος
moving with intense force
Παραδείγματα
The storm clouds gathered quickly, unleashing impetuous winds that tore through the trees.
Τα σύννεφα της καταιγίδας συγκεντρώθηκαν γρήγορα, απελευθερώνοντας οργισμένους ανέμους που ξέσπασαν τα δέντρα.
Λεξικό Δέντρο
impetuously
impetuousness
impetuous
impetu



























