Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
impetuous
01
παρορμητικός, απερίσκεπτος
done swiftly and without careful thought, driven by sudden and strong emotions or impulses
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most impetuous
συγκριτικός βαθμός
more impetuous
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His impetuous decision to move to a new city without a job lined up worried his friends and family.
Η απερίσκεπτη απόφασή του να μετακομίσει σε μια νέα πόλη χωρίς δουλειά ανησύχησε τους φίλους και την οικογένειά του.
02
ορμητικός, βίαιος
moving with intense force
Παραδείγματα
The impetuous waves crashed against the rocky shoreline, sending sprays of water into the air.
Τα ορμητικά κύματα χτύπησαν στην βραχώδη ακτή, ρίχνοντας ψιχάλες νερού στον αέρα.
Λεξικό Δέντρο
impetuously
impetuousness
impetuous
impetu



























