Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
impenitently
01
αμετανόητα, χωρίς μετάνοια
in a manner showing no remorse, regret, or sorrow, especially after wrongdoing
Παραδείγματα
The dictator ruled impenitently, ignoring international criticism.
Ο δικτάτορας κυβέρνησε impenitently, αγνοώντας τη διεθνή κριτική.
Λεξικό Δέντρο
impenitently
penitently
penitent
penit



























