Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to impel
01
παρακινώ, προτρέπω
to strongly encourage someone to take action
Ditransitive: to impel sb to do sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
impel
γ΄ ενικό πρόσωπο
impels
ενεστώτα μετοχή
impelling
απλός αόριστος
impelled
παθητική μετοχή
impelled
Παραδείγματα
The urgent pleas from the community impelled the government to take swift action in response to the crisis.
Οι επείγουσες εκκλήσεις της κοινότητας ώθησαν την κυβέρνηση να λάβει γρήγορα μέτρα ως απάντηση στην κρίση.
02
ωθώ, προωθώ
to drive or propel something in a specific direction
Transitive: to impel sth to a direction
Παραδείγματα
The powerful engine impelled the car up the steep hill effortlessly.
Ο ισχυρός κινητήρας ώθησε το αυτοκίνητο αβίαστα προς την κορυφή του απότομου λόφου.
Λεξικό Δέντρο
impelled
impellent
impeller
impel



























