impeccable
im
ɪm
ιμ
pe
ˈpɛ
πε
ccable
kəbl
καμπλ
implacable

Ορισμός και σημασία του "impeccable"στα αγγλικά

impeccable
01

άψογος

without any mistakes or errors 
impeccable definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most impeccable
συγκριτικός βαθμός
more impeccable
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
quality, performance, behavior
Παραδείγματα
His impeccable timing made him a skilled musician. 

Ο άψογος συγχρονισμός του τον έκανε έναν επιδέξιο μουσικό.

02

άμεμπτος

not able to sin 
παλαιά χρήση

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

impeccability
impeccably
impeccable
peccable
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store