Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
impeccable
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most impeccable
συγκριτικός βαθμός
more impeccable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The scientist 's research was impeccable, earning widespread acclaim.
Η έρευνα του επιστήμονα ήταν άψογη, κερδίζοντας ευρεία αναγνώριση.
02
άμεμπτος
not able to sin
old use
Λεξικό Δέντρο
impeccability
impeccably
impeccable
peccable



























