impartially
im
ɪm
im
par
ˈpɑ:
paa
tia
ʃə
shē
lly
li
li
partially

Ορισμός και σημασία του "impartially"στα αγγλικά

impartially
01

αμερόληπτα, χωρίς προκατάληψη

in a fair and unbiased way; without favoring any side or party 
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The judge listened impartially to both arguments before delivering the verdict. 

Ο δικαστής άκουσε αμερόληπτα και τα δύο επιχειρήματα πριν από την εκδίκαση της απόφασης.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

impartially
impartial
impart
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store