Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to impart
01
μεταδίδω, επικοινωνώ
to make information, knowledge, or a skill known or understood
Transitive: to impart information or knowledge
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
impart
γ΄ ενικό πρόσωπο
imparts
ενεστώτα μετοχή
imparting
απλός αόριστος
imparted
παθητική μετοχή
imparted
Παραδείγματα
The professor imparts valuable insights during every class to enhance student understanding.
Ο καθηγητής μεταδίδει πολύτιμες γνώσεις σε κάθε μάθημα για να ενισχύσει την κατανόηση των μαθητών.
02
μεταδίδω, ανακοινώνω
to give or transfer a particular quality or characteristic to something
Ditransitive: to impart a quality or characteristic to sb/sth
Παραδείγματα
The aging process in oak barrels imparts a distinct smoky flavor to the whiskey.
Η διαδικασία γήρανσης σε βαρέλια δρυός προσδίδει μια ξεχωριστή καπνιστή γεύση στο ουίσκι.
Λεξικό Δέντρο
imparting
impart



























