illiteracy
il
ɪl
ιλ
li
λι
te
τα
ra
ρα
cy
si
σι
literacy

Ορισμός και σημασία του "illiteracy"στα αγγλικά

01

αναλφαβητισμός, αναλογία

the inability to read and write 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
Adult illiteracy in the region made it difficult for residents to complete official forms. 

Ο αναλφαβητισμός των ενηλίκων στην περιοχή δυσκόλευε τους κατοίκους να συμπληρώσουν τις επίσημες φόρμες.

02

αναλφαβητισμός, άγνοια

a lack of familiarity in a particular subject area that results from not reading or studying 
Παραδείγματα
His political illiteracy became obvious when he could not name any current representatives. 

Ο πολιτικός αναλφαβητισμός του έγινε προφανής όταν δεν μπορούσε να ονομάσει κανέναν τρέχοντα εκπρόσωπο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

illiteracy
literacy
liter
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store