ill-humoured
ill
ɪlhju:məd
ilhyoomēd
humoured

Ορισμός και σημασία του "ill-humoured"στα αγγλικά

ill-humoured
01

κακόκεφος, γκρινιάρης

having a bad mood or being in a grumpy or unfriendly state 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most ill-humoured
συγκριτικός βαθμός
more ill-humoured
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
mood, personality, behavior
Παραδείγματα
He was ill-humoured all day after the argument with his colleague. 

Ήταν κακόκεφος όλη την ημέρα μετά τη διαφωνία με τον συνάδελφό του.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store