Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
idyllic
01
ειδυλλιακός, βουκολικός
(of a place or setting) extremely beautiful, peaceful, and perfect in a way that seems like it is from an idealized picture or story
Παραδείγματα
Their cottage by the lake provided an idyllic retreat from the hustle and bustle of city life.
Το σπιτάκι τους δίπλα στη λίμνη προσέφερε μια ιδυλλιακή απόδραση από τη βιασύνη της πόλης.
02
ειδυλλιακός, ιδανικός
perfect or idealistic, often in a romantic or nostalgic sense
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most idyllic
συγκριτικός βαθμός
more idyllic
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
They spent an idyllic summer in the countryside.
Πέρασαν ένα ιδεώδες καλοκαίρι στην ύπαιθρο.



























