Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to idolize
01
λατρεύω, εξιδανικεύω
to admire someone excessively, often regarding it as an ideal or perfect figure
Transitive: to idolize sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
idolize
γ΄ ενικό πρόσωπο
idolizes
ενεστώτα μετοχή
idolizing
απλός αόριστος
idolized
παθητική μετοχή
idolized
Παραδείγματα
She idolizes her favorite pop star and has posters of him all over her bedroom walls.
Εκείνη λατρεύει τον αγαπημένο της ποπ σταρ και έχει αφίσες του σε όλους τους τοίχους του υπνοδωματίου της.
Λεξικό Δέντρο
idolized
idolizer
idolize
idol



























