idly
id
ˈaɪd
αιντ
ly
li
λι
/ˈa‍ɪdli/

Ορισμός και σημασία του "idly"στα αγγλικά

01

οκνηρά, χωρίς σκοπό

in a way that lacks purpose or energy
idly definition and meaning
Παραδείγματα
The cat stretched and blinked idly in the morning sun.
Η γάτα τεντώθηκε και κλείνει τα μάτια της τεμπέλικα στον πρωινό ήλιο.
1.1

παθητικά, χωρίς να κάνει τίποτα

without doing anything to intervene or prevent something
Παραδείγματα
We should n't remain idly silent in the face of corruption.
Δεν πρέπει να παραμένουμε αδρανώς σιωπηλοί απέναντι στη διαφθορά.
02

αδρανώς, χωρίς σαφή σκοπό

without any clear purpose, reason, or intention
Παραδείγματα
His fingers tapped idly on the table as he daydreamed.
Τα δάχτυλά του χτυπούσαν άσκοπα στο τραπέζι καθώς ονειροπολούσε.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store