idly
id
ˈaɪd
aid
ly
li
li
widelysnidely

Ορισμός και σημασία του "idly"στα αγγλικά

01

οκνηρά, χωρίς σκοπό

in a way that lacks purpose or energy 
idly definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The old dog lay idly in the sun all afternoon. 

Ο γέρος σκύλος ξαπλώθηκε τεμπέλικα στον ήλιο όλο το απόγευμα.

1.1

παθητικά, χωρίς να κάνει τίποτα

without doing anything to intervene or prevent something 
Παραδείγματα
They watched idly as the argument escalated. 

Παρακολουθούσαν αδρανώς ενώ η συζήτηση κλιμακωνόταν.

02

αδρανώς, χωρίς σαφή σκοπό

without any clear purpose, reason, or intention 
Παραδείγματα
She scrolled idly through her phone without really looking. 

Έκανε άσκοπα κύλιση στο τηλέφωνό της χωρίς να κοιτάξει πραγματικά.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store