identity
i
ai
den
ˈdɛn
den
ti
ti
ty
ti
ti
ideality

Ορισμός και σημασία του "identity"στα αγγλικά

01

ταυτότητα, προσωπικότητα

the unique personality that persists within an individual 
identity definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The book explores the theme of identity in a rapidly changing world. 

Το βιβλίο εξερευνά το θέμα της ταυτότητας σε έναν κόσμο που αλλάζει γρήγορα.

02

ταυτότητα, ατομικό χαρακτηριστικό

the individual characteristics by which a thing or person is recognized or known 
03

ταυτότητα, ομοιότητα

exact sameness 
04

ταυτότητα, τελεστής ταυτότητας

an operator that leaves unchanged the element on which it operates 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store