identified
i
αι
den
ˈdɛn
ντεν
ti
τι
fied
faɪd
φαιντ

Ορισμός και σημασία του "identified"στα αγγλικά

identified
01

ταυτοποιημένος, αναγνωρισμένος

having been recognized or determined 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most identified
συγκριτικός βαθμός
more identified
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
recognition, investigation, status
Παραδείγματα
The identified suspect was taken into custody by the police. 

Ο ταυτοποιημένος ύποπτος συνελήφθη από την αστυνομία.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

unidentified
identified
identify
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store