Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
identified
01
ταυτοποιημένος, αναγνωρισμένος
having been recognized or determined
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most identified
συγκριτικός βαθμός
more identified
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
recognition, investigation, status
Παραδείγματα
The identified suspect was taken into custody by the police.
Ο ταυτοποιημένος ύποπτος συνελήφθη από την αστυνομία.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
unidentified
identified
identify



























