identifiable
i
ai
den
ˌdɛn
den
ti
ti
fiable
ˈfaɪəbl
faiebl

Ορισμός και σημασία του "identifiable"στα αγγλικά

identifiable
01

αναγνωρίσιμος, διακριτός

capable of being recognized or distinguished 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most identifiable
συγκριτικός βαθμός
more identifiable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The suspect wore a distinctive hat that made him easily identifiable in the security footage. 

Ο ύποπτος φορούσε ένα χαρακτηριστικό καπέλο που τον έκανε εύκολα αναγνωρίσιμο στις εικόνες ασφαλείας.

Λεξικό Δέντρο

identifiably
unidentifiable
identifiable
identify
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store