Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to ideate
01
αναπτύσσω ιδέες, σχεδιάζω
to creatively form ideas
Transitive: to ideate ideas
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
ideate
γ΄ ενικό πρόσωπο
ideates
ενεστώτα μετοχή
ideating
απλός αόριστος
ideated
παθητική μετοχή
ideated
Παραδείγματα
During brainstorming sessions, the team likes to ideate various solutions to the problem.
Κατά τις συνεδρίες brainstorming, η ομάδα αρέσκεται να ιδεολογεί διάφορες λύσεις στο πρόβλημα.
Λεξικό Δέντρο
ideation
ideate
idea



























