to ideate
i
ˈaɪ
ai
deate
ˌdieɪt
dieit
idiot

Ορισμός και σημασία του "ideate"στα αγγλικά

to ideate
01

αναπτύσσω ιδέες, σχεδιάζω

to creatively form ideas 
Transitive: to ideate ideas
Intransitive
to ideate definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
ideate
γ΄ ενικό πρόσωπο
ideates
ενεστώτα μετοχή
ideating
απλός αόριστος
ideated
παθητική μετοχή
ideated
Παραδείγματα
During brainstorming sessions, the team likes to ideate various solutions to the problem. 

Κατά τις συνεδρίες brainstorming, η ομάδα αρέσκεται να ιδεολογεί διάφορες λύσεις στο πρόβλημα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store