identifier
i
αι
den
ˈdɛn
ντεν
ti
τα
fier
ˌfaɪɜr
φαιερρ
/a‍ɪdˈɛntɪfˌa‍ɪ‍ə/

Ορισμός και σημασία του "identifier"στα αγγλικά

01

αναγνωριστικό, δείκτης ταυτότητας

a symbol that establishes the identity of the one bearing it
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
identifiers
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store