identifier
i
ai
den
ˈdɛn
den
ti
ti
fier
faɪə
faie

Ορισμός και σημασία του "identifier"στα αγγλικά

01

αναγνωριστικό, δείκτης ταυτότητας

a symbol that establishes the identity of the one bearing it 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
identifiers
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store