Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
hypothetical
01
υποθετικός, θεωρητικός
based on a suggested idea or theory and not necessarily true or proven
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most hypothetical
συγκριτικός βαθμός
more hypothetical
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His argument was built upon a series of hypothetical situations rather than concrete evidence.
Το επιχείρημά του χτίστηκε σε μια σειρά από υποθετικές καταστάσεις παρά σε συγκεκριμένα στοιχεία.
Hypothetical
01
υπόθεση
a possible idea, scenario, or assumption that is not real but imagined for discussion or analysis
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
hypotheticals
Παραδείγματα
His theory was built on a hypothetical rather than solid evidence.
Η θεωρία του χτίστηκε σε υποθετικό παρά σε στερεά αποδεικτικά στοιχεία.
Λεξικό Δέντρο
hypothetically
hypothetical



























