Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Hypsometry
01
υψομετρία, μέτρηση των διακυμάνσεων του υψομέτρου σε σύγκριση με την επιφάνεια της θάλασσας ή ένα επιλεγμένο σημείο αναφοράς
the measurement of land elevation variations comparing to sea level or a chosen reference point
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
Hypsometry helps map mountains and valleys accurately.
Υψομετρία βοηθά στη χαρτογράφηση βουνών και κοιλάδων με ακρίβεια.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
hypsometry
hypsomet



























