Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to hypothesize
01
υποθέτω, διατυπώνω μια υπόθεση
to propose a theory or explanation based on limited evidence
Intransitive: to hypothesize about sth
Transitive: to hypothesize that
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
hypothesize
γ΄ ενικό πρόσωπο
hypothesizes
ενεστώτα μετοχή
hypothesizing
απλός αόριστος
hypothesized
παθητική μετοχή
hypothesized
Παραδείγματα
Before conducting the experiment, scientists need to hypothesize about the expected outcomes based on existing knowledge.
Πριν από τη διεξαγωγή του πειράματος, οι επιστήμονες πρέπει να υποθέσουν τα αναμενόμενα αποτελέσματα με βάση τις υπάρχουσες γνώσεις.
Λεξικό Δέντρο
hypothesize
hypothes



























