Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to hypothesize
01
υποθέτω, διατυπώνω μια υπόθεση
to propose a theory or explanation based on limited evidence
Intransitive: to hypothesize about sth
Transitive: to hypothesize that
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
hypothesize
γ΄ ενικό πρόσωπο
hypothesizes
ενεστώτα μετοχή
hypothesizing
απλός αόριστος
hypothesized
παθητική μετοχή
hypothesized
Παραδείγματα
To solve the engineering problem, the team hypothesized that the structural weaknesses causing the issue might be due to material fatigue.
Για να λύσουν το μηχανικό πρόβλημα, η ομάδα υπέθεσε ότι οι δομικές αδυναμίες που προκαλούν το πρόβλημα μπορεί να οφείλονται στην κόπωση του υλικού.
Λεξικό Δέντρο
hypothesize
hypothes



























