Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to hurl
01
εκσφενδονίζω, πετώ βίαια
to throw something or someone with great force or violence
Transitive: to hurl sth | to hurl sth somewhere
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
hurl
γ΄ ενικό πρόσωπο
hurls
ενεστώτα μετοχή
hurling
απλός αόριστος
hurled
παθητική μετοχή
hurled
Παραδείγματα
Frustrated with the outcome, he angrily hurled his book across the room.
Απογοητευμένος με το αποτέλεσμα, έριξε θυμωμένα το βιβλίο του απέναντι στο δωμάτιο.
02
κάνω εμετό, ξεράω
to eject what one has eaten or drank through the mouth
Intransitive
ανεπίσημο
Παραδείγματα
After eating the spoiled seafood, he felt nauseous and had to hurl.
Αφού έφαγε τα χαλασμένα θαλασσινά, ένιωσε ναυτία και έπρεπε να κάνει εμετό.
03
εκσφενδονίζομαι, ορμώ
to move forward with force, often in a rapid and vigorous manner
Intransitive: to hurl somewhere
Παραδείγματα
The runner hurled down the track, striving to reach the finish line first.
Ο δρομέας έσπευσε στον αγωνιστικό χώρο, προσπαθώντας να φτάσει πρώτος στη γραμμή τερματισμού.
04
εκσφενδονίζω, εκτοξεύω
to utter or express something forcefully or vehemently
Transitive: to hurl expressions
Παραδείγματα
He hurled insults at his opponent during the heated argument.
Έριξε προσβολές στον αντίπαλό του κατά τη διάρκεια του έντονου επιχειρήματος.
Hurl
01
βίαιη ρίψη, βίαιο πέταγμα
a violent throw
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
hurls
Λεξικό Δέντρο
hurler
hurling
hurl



























