to hunch
hunch
hʌnʧ
hanch
hutchhaunch

Ορισμός και σημασία του "hunch"στα αγγλικά

to hunch
01

σκύβω, καμπουριάζω

to bend the upper side of the body forward and make a rounded back 
Intransitive
to hunch definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
hunch
γ΄ ενικό πρόσωπο
hunches
ενεστώτα μετοχή
hunching
απλός αόριστος
hunched
παθητική μετοχή
hunched
Παραδείγματα
As the storm approached, people hunched against the wind and rain, trying to shield themselves. 

Καθώς η καταιγίδα πλησίαζε, οι άνθρωποι σκύβανε ενάντια στον άνεμο και τη βροχή, προσπαθώντας να προστατευτούν.

01

προαίσθημα, ένστικτο

a feeling or intuition about something, often without conscious reasoning or evidence 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
hunches
Παραδείγματα
I had a hunch that it was going to rain, so I brought an umbrella just in case. 

Είχα μια προαίσθηση ότι θα έβρεχε, γι' αυτό πήρα μια ομπρέλα για κάθε ενδεχόμενο.

02

καμπούρα, κύρτωση

the act of bending yourself into a humped position 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store