Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to appoint
01
διορίζω, ορίζω
to give a responsibility or job to someone
Transitive: to appoint sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
appoint
γ΄ ενικό πρόσωπο
appoints
ενεστώτα μετοχή
appointing
απλός αόριστος
appointed
παθητική μετοχή
appointed
Παραδείγματα
The manager decided to appoint a new team leader to oversee the project.
Ο διαχειριστής αποφάσισε να διορίσει έναν νέο ηγέτη της ομάδας για να επιβλέψει το έργο.
02
εξοπλίζω, επιπλώνω
to equip or furnish a space with the necessary or proper items
Transitive: to appoint a place
Παραδείγματα
They appointed the living room with luxurious sofas and antique decorations.
Εξοπλίσαν το σαλόνι με πολυτελή καναπέδες και αντίκες διακοσμήσεις.
Λεξικό Δέντρο
appointed
appointive
appointment
appoint



























