Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to apportion
01
κατανέμω, μοιράζω
to divide and share out something among people
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
apportion
γ΄ ενικό πρόσωπο
apportions
ενεστώτα μετοχή
apportioning
απλός αόριστος
apportioned
παθητική μετοχή
apportioned
Παραδείγματα
In the upcoming meeting, we will apportion the project responsibilities and deadlines among the departments.
Στην επερχόμενη συνάντηση, θα κατανείμουμε τις ευθύνες του έργου και τις προθεσμίες μεταξύ των τμημάτων.
Λεξικό Δέντρο
apportionable
apportioned
apportioning
apportion



























