apportion
a
ə
α
ppor
ˈpɔr
πορ
tion
ʃən
σαν
/ɐpˈɔːʃən/

Ορισμός και σημασία του "apportion"στα αγγλικά

to apportion
01

κατανέμω, μοιράζω

to divide and share out something among people
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
apportion
γ΄ ενικό πρόσωπο
apportions
ενεστώτα μετοχή
apportioning
απλός αόριστος
apportioned
παθητική μετοχή
apportioned
Παραδείγματα
The teacher will apportion the time equally between each group to ensure fair participation.
Ο δάσκαλος θα κατανείμει τον χρόνο ισότιμα μεταξύ κάθε ομάδας για να εξασφαλίσει δίκαιη συμμετοχή.

Λεξικό Δέντρο

apportionable
apportioned
apportioning
apportion
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store