Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to apportion
01
κατανέμω, μοιράζω
to divide and share out something among people
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
apportion
γ΄ ενικό πρόσωπο
apportions
ενεστώτα μετοχή
apportioning
απλός αόριστος
apportioned
παθητική μετοχή
apportioned
Παραδείγματα
The teacher will apportion the time equally between each group to ensure fair participation.
Ο δάσκαλος θα κατανείμει τον χρόνο ισότιμα μεταξύ κάθε ομάδας για να εξασφαλίσει δίκαιη συμμετοχή.
Λεξικό Δέντρο
apportionable
apportioned
apportioning
apportion



























