Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
hotly
01
έντονα, με πάθος
in a strongly emotional, heated, or forceful manner
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
She hotly denied any involvement in the scandal.
Αρνήθηκε έντονα οποιαδήποτε εμπλοκή στο σκάνδαλο.
02
έντονα, με αποφασιστικότητα
in a determined and persistent way, often involving close pursuit or competition
Παραδείγματα
The thief fled through the alley, hotly pursued by security guards.
Ο κλέφτης έφυγε μέσα από το σοκάκι, καυτά καταδιωκόμενος από τους φύλακες.
03
πύρινα, με υψηλή θερμοκρασία
in a manner involving high heat or temperature
Παραδείγματα
The pan sizzled hotly on the stove.
Το τηγάνι τσίριζε ζεστά στη σόμπα.



























