Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to hotfoot
01
βιάζομαι, κινούμαι γρήγορα
to move quickly or in a hurry
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
hotfoot
γ΄ ενικό πρόσωπο
hotfoots
ενεστώτα μετοχή
hotfooting
απλός αόριστος
hotfooted
παθητική μετοχή
hotfooted
Παραδείγματα
She had to hotfoot it to the bus stop to catch the last bus home.
Έπρεπε να βιαστεί να πάει στη στάση του λεωφορείου για να πιάσει το τελευταίο λεωφορείο για το σπίτι.
hotfoot
01
βιαστικά, με βιασύνη
with quick and urgent movement
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
Upon realizing the time, he walked hotfoot to catch the bus.
Συνειδητοποιώντας την ώρα, περπάτησε γρήγορα και βιαστικά για να πιάσει το λεωφορείο.
Hotfoot
01
φάρσα του καυτού ποδιού, φάρσα του σπίρτου
a practical joke that involves inserting a match surreptitiously between the sole and upper of the victim's shoe and then lighting it
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
hotfoots
Λεξικό Δέντρο
hotfoot
hot
foot



























