Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to hotfoot
01
βιάζομαι, κινούμαι γρήγορα
to move quickly or in a hurry
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
hotfoot
γ΄ ενικό πρόσωπο
hotfoots
ενεστώτα μετοχή
hotfooting
απλός αόριστος
hotfooted
παθητική μετοχή
hotfooted
Παραδείγματα
He realized he was late and hotfooted through the crowded streets to make his appointment.
Συνειδητοποίησε ότι άργησε και βιάστηκε μέσα από τους γεμάτους δρόμους για να πάει στο ραντεβού του.
hotfoot
01
βιαστικά, με βιασύνη
with quick and urgent movement
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
They drove hotfoot to the hospital after receiving news of the accident.
Οδήγησαν βιαστικά στο νοσοκομείο αφού έλαβαν την είδηση του ατυχήματος.
Hotfoot
01
φάρσα του καυτού ποδιού, φάρσα του σπίρτου
a practical joke that involves inserting a match surreptitiously between the sole and upper of the victim's shoe and then lighting it
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
hotfoots
Λεξικό Δέντρο
hotfoot
hot
foot



























