Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
hotheaded
01
ευέξαπτος, παρορμητικός
quick to anger or become agitated, often reacting impulsively or without thinking things through
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most hotheaded
συγκριτικός βαθμός
more hotheaded
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The coach benched the hot-headed player after his aggressive outburst.
Ο προπονητής έβαλε στον πάγκο τον ευέξαπτο παίκτη μετά την επιθετική του έκρηξη.
02
παρορμητικός, απερίσκεπτος
characterized by undue haste and lack of thought or deliberation



























