Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
hotheaded
01
ευέξαπτος, παρορμητικός
quick to anger or become agitated, often reacting impulsively or without thinking things through
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most hotheaded
συγκριτικός βαθμός
more hotheaded
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His hotheaded nature often got him into unnecessary arguments.
Η ευέξαπτη φύση του τον έφερνε συχνά σε αχρείαστες διαμάχες.
02
παρορμητικός, απερίσκεπτος
characterized by undue haste and lack of thought or deliberation



























