hotshot
Pronunciation
/ˈhɑˌʃɑt/

Ορισμός και σημασία του "hotshot"στα αγγλικά

01

άσος, ιδιοφυΐα

someone who is extraordinarily successful and talented at what they do
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
hotshots
01

εξαιρετικά επιδέξιος και επιτυχημένος, εξαιρετικά ικανός και ευημερούμενος

exceptionally skillful and successful, especially at a sport or in a business
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most hotshot
συγκριτικός βαθμός
more hotshot
διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store