Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Hotshot
01
άσος, ιδιοφυΐα
someone who is extraordinarily successful and talented at what they do
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
hotshots
hotshot
01
εξαιρετικά επιδέξιος και επιτυχημένος, εξαιρετικά ικανός και ευημερούμενος
exceptionally skillful and successful, especially at a sport or in a business
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most hotshot
συγκριτικός βαθμός
more hotshot
διαβαθμίσιμο



























