hostile
hos
ˈhɒs
hos
tile
taɪl
tail
hostel

Ορισμός και σημασία του "hostile"στα αγγλικά

01

εχθρικός, επιθετικός

unfriendly or aggressive toward others 
hostile definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most hostile
συγκριτικός βαθμός
more hostile
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He's so hostile; he always responds with anger or aggression in disagreements. 

Είναι τόσο εχθρικός· πάντα αντιδρά με θυμό ή επιθετικότητα σε διαφωνίες.

02

εχθρικός, πολεμικός

belonging to a foreign or opposing country 
Παραδείγματα
Hostile forces advanced across the border. 

Εχθρικές δυνάμεις προχώρησαν πέρα από τα σύνορα.

03

εχθρικός, επιθετικός

unsolicited and resisted by management, typically used of attempts to buy or take control of a company 
Παραδείγματα
The company faced a hostile takeover attempt. 

Η εταιρεία αντιμετώπισε μια προσπάθεια εχθρικής εξαγοράς.

04

εχθρικός, δυσμενής

difficult, unfavorable, or unsuitable for living, growth, or success 
Παραδείγματα
The desert is a hostile environment. 

Η έρημος είναι ένα εχθρικό περιβάλλον.

05

εχθρικός, αντίθετος

strongly opposing or resistant to something 
Παραδείγματα
He was hostile to the new proposal. 

Ήταν εχθρικός απέναντι στη νέα πρόταση.

01

εχθρός, αντίπαλος

a member of enemy armed forces 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
hostiles
Παραδείγματα
Several hostiles were spotted near the border. 

Αρκετοί εχθροί εντοπίστηκαν κοντά στα σύνορα.

Λεξικό Δέντρο

hostilely
hostile
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store