horrific
Pronunciation
/hɔˈɹɪfɪk/

Ορισμός και σημασία του "horrific"στα αγγλικά

01

φρικιαστικός, τρομακτικός

causing intense fear, shock, or disgust
horrific definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most horrific
συγκριτικός βαθμός
more horrific
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
A horrific scream pierced the silence, sending chills down everyone's spine.
Μια φρικτή κραυγή διέσπασε τη σιωπή, προκαλώντας ρίγη σε όλους.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store