Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
horrible
01
φρικτός, απαίσιος
extremely unpleasant or bad
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most horrible
συγκριτικός βαθμός
more horrible
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Her horrible headache prevented her from concentrating on her work.
Ο φρικτός πονοκέφαλός της την εμπόδισε να συγκεντρωθεί στη δουλειά της.
02
απαίσιος, σκληρός
(of a person) behaving in a very unkind, unfriendly, or cruel way
Παραδείγματα
He was horrible to his classmates.
Ήταν φρικτός προς τους συμμαθητές του.
03
φρικτός, τρομακτικός
very shocking and causing intense fear
Λεξικό Δέντρο
horribly
horrible
horr



























