horon
ho
ˈho:
χω
ron
rɑ:n
ραν
/hˈɒɹɒn/

Ορισμός και σημασία του "Horon"στα αγγλικά

01

Χορόν, Παραδοσιακός λαϊκός χορός από την περιοχή της Μαύρης Θάλασσας στην Τουρκία

a traditional folk dance from the Black Sea region of Turkey known for its energetic and fast-paced movements
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
horons
κύριο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store