Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Hornpipe
01
χορός ναυτών, χορός χόρνπαϊπ
a traditional solo dance with stiff upper body and lively footwork, often associated with sailors and British folk culture
Παραδείγματα
Hornpipe steps mimic shipboard movement.
Τα βήματα του χόρνπαϊπ μιμούνται την κίνηση στο πλοίο.
02
κοστένο φλάουτο, αρχαίο ξύλινο πνευστό όργανο
an ancient (now obsolete) single-reed woodwind; usually made of bone
03
μουσική για χορνπαϊπ, μελωδία χορνπαϊπ
music for dancing the hornpipe
Λεξικό Δέντρο
hornpipe
horn
pipe



























