hornpipe
horn
ˈhɔ:n
hawn
pipe
paɪp
paip
hosepipe

Ορισμός και σημασία του "hornpipe"στα αγγλικά

01

χορός ναυτών, χορός χόρνπαϊπ

a traditional solo dance with stiff upper body and lively footwork, often associated with sailors and British folk culture 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
hornpipes
Παραδείγματα
The sailor performed a hornpipe on deck. 

Ο ναύτης εκτέλεσε ένα hornpipe στο κατάστρωμα.

02

κοστένο φλάουτο, αρχαίο ξύλινο πνευστό όργανο

an ancient (now obsolete) single-reed woodwind; usually made of bone 
03

μουσική για χορνπαϊπ, μελωδία χορνπαϊπ

music for dancing the hornpipe 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

hornpipe

horn

+

pipe

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store