hoof
hoof
hu:f
hoof
woofpoofgoofaloof

Ορισμός και σημασία του "hoof"στα αγγλικά

01

οπλή, πόδι

the horny and hard part at the end of a limb of a mammal, such as a horse 
hoof definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
hooves/hoofs
Παραδείγματα
He noticed a small stone stuck in the horse's hoof while brushing it. 

Παρατήρησε μια μικρή πέτρα κολλημένη στο οπλή του αλόγου ενώ το βούρτσιζε.

02

οπλή, πόδι οπληφόρου θηλαστικού

the foot of an ungulate mammal 
to hoof
01

χορεύω επαγγελματικά, ποδοπατώ ως επαγγελματίας

dance in a professional capacity 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
hoof
γ΄ ενικό πρόσωπο
hoofs
ενεστώτα μετοχή
hoofing
απλός αόριστος
hoofed
παθητική μετοχή
hoofed
02

περπατώ, βόλτα

walk 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store