Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Hoof
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
hooves/hoofs
Παραδείγματα
He noticed a small stone stuck in the horse's hoof while brushing it.
Παρατήρησε μια μικρή πέτρα κολλημένη στο οπλή του αλόγου ενώ το βούρτσιζε.
02
οπλή, πόδι οπληφόρου θηλαστικού
the foot of an ungulate mammal
to hoof
01
χορεύω επαγγελματικά, ποδοπατώ ως επαγγελματίας
dance in a professional capacity
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
hoof
γ΄ ενικό πρόσωπο
hoofs
ενεστώτα μετοχή
hoofing
απλός αόριστος
hoofed
παθητική μετοχή
hoofed
02
περπατώ, βόλτα
walk
Λεξικό Δέντρο
hooflike
hoof



























