hoof
hoof
huf
χουφ
/hˈuːf/

Ορισμός και σημασία του "hoof"στα αγγλικά

01

οπλή, πόδι

the horny and hard part at the end of a limb of a mammal, such as a horse
hoof definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
hooves/hoofs
Παραδείγματα
The pony 's hooves were shiny after being polished.
Οι οπλές του πόνι ήταν γυαλιστερές μετά το γυάλισμα.
02

οπλή, πόδι οπληφόρου θηλαστικού

the foot of an ungulate mammal
to hoof
01

χορεύω επαγγελματικά, ποδοπατώ ως επαγγελματίας

dance in a professional capacity
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
hoof
γ΄ ενικό πρόσωπο
hoofs
ενεστώτα μετοχή
hoofing
απλός αόριστος
hoofed
παθητική μετοχή
hoofed
02

περπατώ, βόλτα

walk
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store