homophobia
ho
həʊ
χεου
mo
məʊ
μεου
pho
fəʊ
φεου
bia
biə
μπια
cynophobiacryophobiagynophobiaaerophobia

Ορισμός και σημασία του "homophobia"στα αγγλικά

01

ομοφοβία, μίσος προς τους ομοφυλόφιλους

hatred, antipathy, or prejudice toward homosexuals 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
homophobias
Παραδείγματα
The campaign aims to raise awareness about the effects of homophobia. 

Η καμπάνια στοχεύει στην ευαισθητοποίηση για τις επιπτώσεις της ομοφοβίας.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store