Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Homophone
01
ομόηχο, ομόηχη λέξη
(grammar) one of two or more words with the same pronunciation that differ in meaning, spelling or origin
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
homophones
Παραδείγματα
The homophones "piece" and "peace" are frequently confused by new English learners.
Οι ομόηχοι "piece" και "peace" συχνά μπερδεύονται από νέους μαθητές αγγλικών.
Λεξικό Δέντρο
homophonic
homophonous
homophone
homo
phone



























