homograph
ho
həʊ
hew
mo
məʊ
mew
graph
grɑ:f
graaf
holograph

Ορισμός και σημασία του "homograph"στα αγγλικά

01

ομόγραφο, ομόγραφη λέξη

(grammar) one of two or more words that are spelled the same but differ in meaning 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
homographs
Παραδείγματα
The word lead is a homograph, as it can mean both a type of metal and to guide. 

Η λέξη ομόγραφο είναι ομόγραφο, καθώς μπορεί να σημαίνει και ένα είδος μετάλλου και να οδηγεί.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store