Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Homograph
01
ομόγραφο, ομόγραφη λέξη
(grammar) one of two or more words that are spelled the same but differ in meaning
Παραδείγματα
A dictionary helps to clarify the meanings of homographs that might confuse readers.
Ένα λεξικό βοηθά στη διευκρίνιση των σημασιών των ομογράφων που μπορεί να μπερδέψουν τους αναγνώστες.



























