Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Apparatus
01
συσκευή, εξοπλισμός
tools or machines that are designed for a specific purpose
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
apparatuses
Παραδείγματα
The laboratory apparatus included microscopes, test tubes, and beakers.
Ο εξοπλισμός του εργαστηρίου περιλάμβανε μικροσκόπια, δοκιμαστικούς σωλήνες και ποτήρια ζέσεως.
02
μηχανισμός, σύστημα
a system of body parts working together to perform a specific biological function
Παραδείγματα
The respiratory apparatus includes the lungs and associated muscles.
Το αναπνευστικό σύστημα περιλαμβάνει τους πνεύμονες και τους σχετικούς μύες.



























